Τρίτη, 12 Οκτωβρίου 2010

as heard on radio laternative vol.3

τρίτο και τελευταίο μέρος από τα έτοιμα ριβιουζ που έχουν δημοσιευθεί σε αβόπολις-σόνικ...μετά από αυτό συντονίζομαι κανονικά με τους υπόλοιπους δισκομάχους...να θυμάσαι Α+ παίρνουν μόνο τα αριστουργήματα (αλλα αυτό θα το συζητήσουμε σε κάποιο άλλο ποστ ή κάποια μελλοντική ψηφοφορία)...


UNDERWORLD
Barking (Cooking Viny/Hitch Hyke)
C
Να τα μας πάλι. Ακόμα ένα volume της αναμέτρησης με τις αναμνήσεις, τις καταβολές, τον μουσικό οπαδισμό. Στο Oblivion With Bells το δίδυμο Smith-Hyde είχε διαφύγει –τουλάχιστον για τους σκληρούς fans – της hip απαξίωσης που επιβάλλει η εποχή του «κάθε μέρα έχω και νέο αγαπημένο συγκρότημα». Είχε μια εκπληκτική τριάδα κομματιών που άνοιγαν τον δίσκο, ανακαίνιζαν τις ευχάριστες αναθυμιάσεις του παρελθόντος κι έκρυβαν το συνολικό συμπέρασμα ανισότητας. Εδώ, δυστυχώς η υπόθεση μύριζε από την αρχή. Από την ξαφνική στροφή στις συνεργασίες. Όχι φωνητικά, αλλά παραγωγικά. Κι αν το 2007 οι Underworld κατά δήλωσή τους επηρεάζονταν από τον James Holden και τον Ricardo Villalobos, στο Barking διαβάζεις τα ονόματα και δεν το πιστεύεις. Μα τι ζήλεψαν δηλαδή στους βρετανούς εκπροσώπους της εμπορικής house Mark Knight και D. Ramirez; Πόσα σουξέ μπορεί να βγάλει από το καπέλο του ο Dubfire (αν και το εναρκτήριο ‘Bird 1’ που έγραψαν μαζί είναι ένα τυπικά καλό Underworld track); Μα αν είναι δυνατόν, τι ακριβώς περίμεναν από τον ‘βασιλιά της τρανσομπαλάντας’ Paul Van Dyk; Η πιο ενδιαφερουσα συνεργασία προκύπτει εύλογα στο μυστηριώδες ‘Hamburg Hotel’ με τον σπουδαίο Applebim της Skull Disco. Τυχαίο; Δε νομίζω, είναι ο μόνος που στράφηκαν κι έχει επαφή με το τώρα . Προσθέτεις και το ένα από τα δύο κομμάτια της συνεργασίας με τους High Contrast - το πρώτο single ‘Scribble’ με τα σεροτονινικά ‘90s breaks και καθάρισες. Βγάζοντας το συμπέρασμα πως οι Underworld έβγαλαν έναν δίσκο για όσους ψηφίζουν στο ετήσιο δημοψήφισμα του DJ Mag. Όχι ακριβώς ανθρώπους που ακούνε μουσική. δηλαδή…

underworld feat. applebim - hamburg hotel


!!!
Strange Weather Isn’t It (Warp)
B+
Μετά τo ανεπανάληπτo Synch του 2007, οι «θαυμαστικοί» ανακηρύχθηκαν σε darlings του ελληνικού κοινού (έστω κι αν δεν τους τίμησε στο άκυρο περσινό live του Βύρωνα). Με την, καθόλου αρνητική, υποσημείωση ότι πρόκειται για μπάντα που στη σκηνή είναι μια κλάση πάνω απ’ ότι στο στούντιο. Στο φετινό τέταρτο άλμπουμ οι «Τσουκ Τσουκ Τσουκ» πάνε να διορθώσουν αυτήν την αντίληψη, φτιάχνοντας, αν όχι το καλύτερο, σίγουρα το πιο ώριμο άλμπουμ της σχεδόν 15ετούς πορείας τους. Ένα 40λεπτο ηδονιστικό πανηγύρι, όπου πια δεν παίζουν μπάλα με τσιτάτα που καλούν τον Μπετόβεν να σκύψει ή που κηρύσσουν πάρτι ανένδοτο κατά του κακού δημάρχου Τζουλιάνι. Άλλωστε, ολοφάνερα, δε στοχεύουν στα singles. Όχι ότι το ‘The Hammer’ – το πιο γκρουβάτο τραγούδι που έχουν γράψει ποτέ – ή τα ‘AM.FM’ και ‘Steady As The Sidewalk Cracks’ δεν είναι τέτοια. Αλλά, είναι ίσως η πρώτη τους φορά που το υλικό ακούγεται τόσο εύκολα απνευστί, σαν ένας ποταμός φρενήρους μπάσου με προσεκτικά τοποθετημένα φωνητικά, percussive σημαδούρες και πνευστά ρεύματα. Πατάς το play, ξεχνάς την εναλλαγή των tracks και στο φινάλε νομίζεις ότι πέρασαν 10 λεπτά. Όχι λόγω μονοτονίας, αλλά λόγω flow. Τώρα που το disco punk μοιραία ξεφτίζει και παρότι η ατυχία τους στέρησε από τη ζωή και δεύτερο ντράμερ, οι !!! μοιάζουν ακάθεκτοι. Χωρίς να χρειάζεται να φωνάζουν πια Louden Up Now παραδίδουν τον πιο δεξιοτεχνικό τους δίσκο κι επιβιώνουν όπως στοιχηματίζω ότι δε θα κάνουν οι Hercules And Love Affair ή απορώ αν θα καταφέρουν οι Rapture. Γιατί χωρίς να ξεχνάνε τα δάνεια από τους A Certain Ratio και το madchester βουτάνε όλο και πιο βαθιά στην πολυρυθμική σεξουαλικότητα των μαύρων ‘70s και την club κεφαλαιοποίησή της στο garage του Larry Levan. Κι αυτοί είναι καλοί οδηγοί, αν συνυπολογίσεις ότι το άλμπουμ ηχογραφήθηκε στο Βερολίνο…

!!! - the hammer


NO AGE
Everything In Between (Sub Pop)
B+

Οι διαδικτυακές κριτικές υποδέχθηκαν το τρίτο άλμπουμ του καλιφορνέζικου ντουέτου (και ουσιαστικά πρώτης δουλειάς για την οποία έδινε δεκάρα «σημαντικό» μέγεθος κοινού) με το συμπέρασμα – κοινοτοπία «οι No Age τελικά είναι μια κρυμμένη μελωδική ποπ μπάντα». ΟΚ. Κι εσύ πρέπει να ανακαλύψεις αν αυτό είναι καλό ή κακό. Γιατί αυτό που μάλλον σε είχε κερδίσει με την πάρτη τους ήταν η άνευ όρων και φτιασιδιών παράδοσή τους στον ακατέργαστο lo-fi θόρυβο. Με τις hardcorαδικες καταβολές να μην κρύβονται και την «έντεχνη» προσέγγιση των Sonic Youth να αποφαίνεται «ευλόγησον». Τα λόγια στην άκρη, τα πετάλια και οι παραμορφωτές στο προσκήνιο, προορισμός το χάος. Φέτος, όμως υπάρχουν στίχοι. Πολλοί στίχοι. Και το καλύτερο κομμάτι του δίσκου, το ποπ αριστούργημα ‘Glitter’ θυμίζει Cure (!), έστω κι αν αυτοί δεν έχουν βοκαλίστα ανάλογης βαρύτητας. Όταν φτάσεις στο γνωμοδοτικό σταυροδρόμι στάσου λίγο πριν διαλέξεις την κατεύθυνση της απόρριψης επειδή κι «αυτοί έκαναν την εμπορική παραχώρηση να στρογγυλέψουν». Γιατί, παρότι ο εκπληκτικός ντράμερ Dean Allen Spunt δυσκολεύεται να τραγουδήσει (που να το δεις και live), οι άτιμοι το’ χουν (αυτό κι αν πρέπει να δεις live). Είτε επέλεξαν συνειδητά να γίνουν πιο βατοί είτε όχι, η ουσία είναι ότι tracks σαν τα ‘Common Heat’, ‘Fever Dreaming’ (πόσο περισσότερο Dinosaur Jr.;), ‘Chern Trails’ αποδεικνύουν αποθεωτικά ότι «τον πειραματισμό πολλοί εμίσησαν, το sing-a-long ουδείς». Και οι νοσταλγοί που θα μιλήσουν για φλυαρία, ας βάλουν τέρμα το ‘Shred And Transcend’…

no age - it's oh so quiet (bjork cover)



TAME IMPALA
Innerspeaker (Modular)
A-

Όσοι τους είχαμε πάρει χαμπάρι στο προπέρσινο EP που ξεχώριζε μέσα στον electro συρφετό της Modular, είχαμε πίστη ότι τα πουλέν από το Περθ δε θα μας απογοητεύσουν. Και όντως το ντεμπούτο είναι ανάλογο των προσδοκιών. Οι Tame Impala είναι λοιπόν τέσσερα πιτσιρίκια στα early 20s τους που κάνουν μουσική που μετράει τουλάχιστον τη διπλάσια ηλικία από εκείνους. Είναι να απορείς πως κατάφεραν να απορροφήσουν στα 22-23 τους την ψυχεδελική εγκυκλοπαίδεια, να τη βρωμίσουν με την αυθάδεια της ηλικίας τους, να μπολιάσουν μέσα τους το χάσιμο των Jefferson Airplane με το pop hook που κληρονόμησαν στους αιώνες των αιώνων οι Byrds, να καταφέρουν να κάνουν τα πετάλια τους να μην ξεχνάνε ότι οι Sonic Youth καθόρισαν τον κιθαριστικό θόρυβο των τελευταίων τριάντα χρόνων. Αλλά, όταν λέμε «ψυχεδέλεια» μην το παρεξηγείς και σκέφτεσαι Μάταλα, Τσιβιλίκες και λοιπούς γραφικούς συνειρμούς. Οι Tame Impala κλείνουν τις παραπάνω επιρροές σε κομμάτια, στην πλειοψηφία τους, εύπεπτα – όχι «δύσκολα». Χάνονται στη χώρα του reverb, παραμορφώνουν τα φωνητικά τους για να δημιουργήσουν βάθος, ξεκινάνε με το μυοχαλαρωτικό ‘It Is Not Meant To Be’, συνεχίζουν με το catchy νευρικό ‘Desire Be Desire Go’, συνθηματολογούν ‘Solitude Is Bliss’, ρετράρουν αθεράπευτα στο ‘Bold Arrow Of Time’. Και προφανώς διεκδικούν με τον Gonjasufi τον τίτλο του newcomer της χρονιάς…

tame impala - solitude is bliss (midnight juggernauts remix)



MATTHEW DEAR
Black City
(Ghostly International)
B-

Σε κάθε κυκλοφορία του Matthew Dear, την οποία υπογράφει με το ονοματεπώνυμό του και όχι με κάποιο από τα aliases του (False, Jabberjaw και το γνωστότερο όλων Audion) διακρίνω ένα «άγχος» από τους technoheads κριτικούς και fans να δουν τον «μεγάλο δίσκο». Να χρησιμοποιήσουν τις δουλειές του ως επιχείρημα απέναντι σε εκείνους που πιστεύουν ότι η κοινωνία του techno εξαϋλώνεται έξω από το club. Ο Dear είναι απόλυτα χαρακτηριστική περίπτωση, μιας και η περίοδος της δισκογραφίας του (2003-…) δε συμπίπτει και με καμία χρυσή εποχή για την ηλεκτρονική χορευτική μουσική. Έλα όμως που ο Audion είναι πολύ καλύτερος από τον ίδιο τον Matthew Dear. To Black City, όπως και ο προκάτοχός του Asa Breed, προσεγγίζει την επανακάμψασα electropop με έναν πιο σκοτεινό tech τρόπο που σε παραπέμπει μέχρι και στους NItzer Ebb (ειδικά στο ‘Little People’ που ξεκινά σαν το ‘Don’t You Want Me Baby’ των Human League για να παρεκτραπεί σε ένα tech house φωνητικό anthem που διαρκεί 9’21’’). Ο Τεξανός σκηνοθετεί ευπρόσδεκτα νοσηρή ατμόσφαιρα, πατάει ολοφάνερα στα ‘80s χωρίς να ακούγεται ξεδιάντροπα ρετρό, αλλά νομίζω ότι μετά από 4 άλμπουμ μπορούμε να πούμε είναι ότι είναι ένας προικισμένος στιλίστας πάντοτε αγχωμένος να φτιάξει ποπ τραγούδια. Οι πρώτες ύλες υπάρχουν, αλλά σε αυτήν την κουζίνα δεν τα καταφέρνει τόσο καλά. Γι’ αυτό ποτέ δε θα πλησιάσει τους συγγενείς Junior Boys και ούτε κατά διάνοια θα μας δώσει άλμπουμ σαν το περσινό του Circlesquare. Αντίθετα, στα techno 12’’ θα παραμείνει μάστορας…

matthew dear - little people (black city) (mark e dub version)

αλοχα

τερεζος

Δεν υπάρχουν σχόλια: