Παρασκευή, 8 Οκτωβρίου 2010

as heard on radio laternative vol.1

...μου αρέσει που το κάνει ο ludens (αν και συνήθως εξαγριώνομαι από την επικείκεια του και από κάτι τεσσάρια στον κάθε φολκ χάρχαλο) - το απόλαυσα τώρα που το έκανε μαζικά και ο gone4sure , με ψήνει κι ο τσουλούφης κανα χρόνο τώρα, οι #mousikomaxies είναι και γαμώ, επομένως ξεκινά το μουσικοκριτικό σέξιον του παρόντος μπλογκ...σε 2-3 volumes θα ανέβουν αυτούσιες όσες κριτικές του 2010 έχω γράψει μέσα στη χρονιά σε avopolis - sonik και μετά θα αρχίσουμε κανονικά κάθε 10-15 μέρες (σιγά που θα το τηρήσω) με σαφώς μικρότερα κείμενα μπλογκότερου ύφους ...το σύστημα βαθμολόγησης είναι για να θυμάσαι το μάστερ στην αγγλία...



HOT CHIP
One Life Stand (EMI)
B+
Το ντεμπούτο Coming On Strong, όλοι το ανακαλύψαμε εκ των υστέρων. Το sophomore The Warning ήταν το statement μιας πανέξυπνης ηλεκτρονικής ποπ που διαφοροποιούταν από το ιδίωμα που τυποποιούσε τότε η DFA. Το προπέρσινο Made In The Dark ήταν εντυπωσιακά “ready for the floor”. Και το One Life Stand; Αποδεικνύει/ξεκαθαρίζει την πραγματική ταυτότητα του κουιντέτου από το Νότιο Λονδίνο. Οι Hot Chip παίρνουν οριστικά το δαχτυλίδι από τους New Order, ξεχωρίζοντας πια με διαφορά από όσους μπήκαν στο βαγόνι της electropop αναβίωσης (τρανή απόδειξη το υπέροχο ‘Thieves Like Us’ που ανοίγει το άλμπουμ). Ο δίσκος είναι ένα κλικ πιο αργός (ώριμος;) από τον προηγούμενο, κατά το ήμισυ αποτελείται από τις πιο πλήρεις συνθέσεις που έχουν φτιάξει μέχρι τώρα βάζοντας ποπ γυαλιά σε μειράκια τύπου MGMT (όπως τα τρία sonikpicks παρακάτω συν το ‘Hand Me Down Your Love’) και δείχνοντας ότι οι Hot Chip, εκτός από το να σου σηκώνουν τα χέρια ψηλά, είναι μια μπάντα ουσίας. Μπορούν να συνδυάζουν το motorik των Kraftwerk, την ευαισθησία των ορφανών του Ian Curtis, δίπλα στην πουτανιά της disco και στην ανακουφιστικά ζεστή soulful φωνή του Alexis Taylor. Ταυτόχρονα, όμως, το άλλο μισό του One Life Stand, «παρεκτρέπεται» στην ενδοσκόπηση της σοβαρής μπαλάντας που δεν τους ταιριάζει (μάλλον πήραν πολύ στα σοβαρά τη συνεργασία με τον Robert Wyatt) και χαλάει την ισορροπία του tracklist. Συμπερασματικά, οι Hot Chip απέφυγαν το φάουλ, κατέστησαν δεδομένη την αξία τους και συνεχίζουν να κυνηγούν το magnum opus. Πάντως με τέσσερα άλμπουμ, το best of είναι έτοιμο…


hot chip - brothers (caribou remix)



MASSIVE ATTACK
Heligoland (Virgin/EMI)
B
Δεν έχεις το δικαίωμα να κατηγορείς τους Massive Attack για επανάληψη, απουσία καινούριων ιδεών, επανάπαυση στο δαφνοστεφανωμένο μαξιλαράκι του trip hop. Ξέρεις γιατί; Γιατί αποδοκίμασες την abstract στροφή που έκαναν στο προηγούμενο 100th Window. Όχι ότι ήταν σπουδαίο, αλλά αποζητώντας τη soul ζεστασιά (που ας το πάρουμε απόφαση δε θα επανακάμψει ποτέ ελλείψει Mushroom) ξίνισες μπροστά στα παγερά/αφηρημένα/ηλεκτρονικά beats που έκρυψαν τις παραδοσιακά «ανθρώπινες» (sic) μελωδίες τους. Άρα σχεδόν 20 χρόνια μετά το Blue Lines που άλλαξε τον τρόπο που οι λευκοί ακούμε τη «μαύρη μουσική», θα ήταν άδικο να περιμένεις να ανακαλύψουν και πάλι την πυρίτιδα. Ας το κάνουν οι νεότεροι. Κι αυτοί ας κάνουν αυτό που ξέρουν καλά πια. Να φτιάχνουν καλά τραγούδια με υψηλό επίπεδο παραγωγής/αισθητικής, μπλέκοντας τις επιρροές τους (το dub, τα b-boy νιάτα τους, τις πολυφυλετικές αστικές ιστορίες στις γειτονιές του Μπρίστολ, τη νωχελικότητα του ganja, τη συνεπή πολιτική τους στάση). Χωρίς εκπλήξεις. Ένσταση, η εμμονή με τις συνεργασίες. 6 στα 10 κομμάτια μοιράζονται δεξιά κι αριστερά σε βοκαλίστες, χωρίς να υπολογίζεται ο σεβάσμιος Horace Andy. Δεν είναι άσχημα (π.χ. στο ‘Paradise Circus’, η χημεία με την Hope Sandoval είναι εκπληκτική), αλλά το άλμπουμ γίνεται τραμπάλα και δεν αφήνει ίχνος στίγματος παραπαίοντας από το μυστικισμό του Tunde Adebimpe (TV On The Radio) στον απόκοσμο λυγμό του Guy Garvey (Elbow) και τη ραθυμία του Damon Albarn. Και φυσικά η Martina Topley-Bird που επιστρατεύεται να παίξει τον παραδοσιακό ρόλο της μούσας σε δυο tracks δεν είναι Shara Nelson (γιατί απλά δε θα υπάρξει άλλη). Το ‘Splitting The Atom’ φτιαγμένο με αυθεντικά πατροπαράδοτα Massive Attack υλικά είναι τελικά το καλύτερο track του άλμπουμ, ενώ το ‘Atlas Air’ το κλείνει απρόσμενα uptempo δείχνοντας ότι υπάρχει ακόμα σπίθα. Λεπτομέρεια; Και στα δύο βασίζονται στις δικές τους ‘Wild Bunch’ δυνάμεις και δεν φωνάζουν κανέναν πολυδιαφημισμένο guest. Όπως άλλωστε έκαναν και στο ‘False Flags’, το καλύτερο κομμάτι που έγραψαν στην μετα-Mezzanine περίοδο…

massive attack feat. hope sandoval - paradise circus (gui boratto dub)



BEACH HOUSE
Teen Dream (Bella Union)
B-

Ρωτάω έναν φίλο «πώς τα πέρασες το Πάσχα;» και μου απαντά «τέλεια-βεράντα, κρασί, βιβλία και Beach House στο φόντο». Εκείνος το εννοούσε για καλό, άλλωστε πρέπει να είπε 11 φορές τη λέξη αριστούργημα στα επόμενα 30 δευτερόλεπτα, εμένα μου έλυσε το writer’s block για το review που διαβάζεις. Γιατί, αλλοίμονο, το τρίτο άλμπουμ του ντουέτου από τη Βαλτιμόρη είναι ένας καλός δίσκος, ιδανικά τοποθετημένος στο “dream pop” ράφι. Όχι στη σφαίρα επιρροής της Sarah records, αλλά στους δεκάδες «Arcade Fire δωματίου» που προέκυψαν (και θα μας ταλαιπωρήσουν) μετά την καθοριστική επέλαση των ΑμερικανοΚαναδών στα ‘00s. Ο Alex και η Victoria είναι εξαιρετικοί songwriters, το μάθαμε στο ομώνυμο ντεμπούτο και το διαπιστώσαμε στο δεύτερο Devotion. Αλλά, πια περιμένεις καινούριες ιδέες, όχι μόνο επιτηδευμένα αιθέριες (πλην επίπεδες) μελωδίες με τη Victoria Legrand στο ρόλο της indie νεράιδας. Ούτως ή άλλως το κάνουν εξαιρετικά αυτό στο ξεκίνημα του άλμπουμ με τα ‘Silver Soul’ και ‘Norway’. Όταν όμως το Teen Dream απλώνεται, βρίσκεσαι παγιδευμένος στην επανάληψη του ίδιου μοτίβου. Γιατί, το ίδιο το ντουέτο δεν μπορεί να ξεφύγει από τους περιορισμούς του μεγέθους του. Δεν μπορεί να προσθέσει βάθος, δεν θέλει να γκαζώσει, δεν εκπλήσσει με καλοδεχούμενη εξαίρεση το ‘Lover Of Mine’ που μοιάζει με μπαλάντα βγαλμένη από τίτλους τέλους ‘80s ταινίας του μακαρίτη Τζον Χιουζ. Και παρότι κλείνει όμορφα με το ‘Take Care’, και παρότι αντιλαμβάνεσαι την αξία του, συνειδητοποιείς ότι η τράπουλα έπρεπε να ανακατευθεί. Κι αυτό δεν έγινε….

beach house - norway (skinny friedman edit)



NEW YOUNG PONY CLUB
The Optimist (The Numbers/ Pias)
C+

To Fantastic Playroom είχε κάνει το κομμάτι του το 2007 μέσα στη nu rave φρενίτιδα, ακριβώς γιατί μπορούσε να υπάρξει έξω από την ομπρέλα του (κάτι που ας πούμε δεν ίσχυε για το αντίπαλο δέος CSS). Στις λονδρέζες αναγνώριζες την προσήλωση στο post punk ήθος των Blondie και την εξαιρετική αποκωδικοποίηση των κανόνων του new wave, χωρίς το αποτέλεσμα να ζέχνει 80ιλα. Βέβαια, όπως όλες οι μπάντες που μπαίνουν στο βαγόνι του εκάστοτε ΝΜΕ πλήθους, μπορεί να μη φτάσουν ποτέ στο δεύτερο άλμπουμ έχοντας αυτοκαταργηθεί ως στυμμένες λεμονόκουπες ενός στιγμιαίου hip (βλέπε Klaxons). Εδώ, η Tahita Bulmer εξακολουθεί να τραγουδά με έναν τρόπο που μας αναγκάζει να ψάχνουμε το θηλυκό αντίστοιχο του επιθέτου ‘cocky’. Το rhythm section αναπαριστά το προαναφερθέν κλίμα του ντεμπούτου, αλλά δεν υπάρχουν τα ίδια τραγούδια. Δεν υπάρχουν σέξι, συνθηματικά, αυθάδη, σκοτεινά, προκλητικά tracks όπως ήταν π.χ. το ‘Ice Cream’. Το εναρκτήριο ‘Lost A Girl’ συνεχίζει αβάδιστα από εκεί που είχαν μείνει, το ‘Chaos’ θα γίνει το χιτάκι του δίσκου, το ‘Stone’ πάει αμήχανα να γείρει την πλάστιγγα υπέρ του electro, ενώ το ‘We Want To’ στηρίζεται στη ραχοκοκαλιά ενός πιασάρικου chorus. Η toy pop του ‘Dolls’ μπορεί να δουλέψει σε hipster δοκιμαστικό σωλήνα, ενώ σιγά μην έλειπε κομμάτι με τίτλο ‘Rapture’. Οι NYPC επιβιώνουν. Κουτσά στραβά και μετεξεταστέες, μουρμουρίζοντας στο φινάλε “the architect of love does not remember us”…



EKOS QUARTET
InADreamFullOfCharm (KRAAK)
B

To αναμενόμενο ντεμπούτο των αθηναίων trip hoppers διαρκεί 71 λεπτά. Πολλά. Υπάρχουν κομμάτια που ξεχειλώνουν σε 2 ή 3 λεπτά διάρκεια μεγαλύτερη από αυτή που ήδη είπαν όσα είχαν να μας πουν, ίσως γιατί δεν υπάρχει η εμπειρία να συγκρατηθεί ο οίστρος. Αυτό είναι το μειονέκτημά του δίσκου, γιατί δεν κρύβεται, πλατειάζει και κουράζει στην απνευστί ακρόαση. Αλλά, τα κακά νέα τελειώνουν εδώ. Γιατί ναι μεν οι Ekos Quartet ξεπατικώνουν ασύστολα τον ήχο του Μπρίστολ και τα άμεσα παράγωγά του, αλλά το κάνουν εξαιρετικά, υπερβαίνοντας δημιουργικά τη χωροχρονική απόσταση. Ποντάρουν στο πυρηνικό όπλο της φωνής της Eski που τους «αναγκάζει» να την ακολουθήσουν, να γλυκάνουν τον ήχο (π.χ. παραμερίζοντας για λίγο samples, effects & scratches κι επιστρατεύοντας κιθάρες) και να αναπτύξουν ένα trip pop ιδίωμα που σε πάει κατευθείαν στια καλές Skye μέρες των Morcheeba. Οι διφωνίες με το υποχθόνιο rap του The Ant λειτουργούν μια χαρά μπροστά (και όχι πίσω) από τα πολύπλοκα ηχητικά layers, η ατμόσφαιρα προκύπτει και δεν εκβιάζεται, το «άσπρο» ισορροπεί με το «μαύρο», το groove σκουντάει διακριτικά τη «διήγηση». Όλα καλά δηλαδή και πολλά υποσχόμενα, μόλις απελευθερωθεί και το απαραίτητο soul στοιχείο. Αλλά, είπαμε, οικονομία παιδιά. Είναι και η εποχή δύσκολη…


PANTHA DU PRINCE
Black Noise (Dial/Rough Trade)
A

Μια από τις μεγάλες διακειμενικές διαφωνίες του Sonik υπήρξε το From Here We Go Sublime (Kompakt, 2007). Το indie ιερατείο του περιοδικού αποθέωσε το δισκογραφικό ντεμπούτο του The Field, ενώ η dance πτέρυγα συγκατένευσε τονίζοντας όμως ότι οι φλέβες της παρέμειναν άθικτες. Τρία χρόνια αργότερα, νομίζω βρίσκουμε το διάδοχο. Και μάλιστα χωρίς να χρειάζεται debate. Ο «Μαύρος Θόρυβος» του Pantha Du Prince (aka Hendrick Weber) είναι το πρώτο αριστούργημα του 2010. Είναι minimal techno; Είναι. Σε αυτό το ράφι πιθανότατα θα το βρεις, αλλά θα ξέρεις τη μισή αλήθεια. Γιατί, η άλλη μισή είναι ότι έχει φτιαχτεί από έναν αθεράπευτο fan του shoegaze που δεν μπορεί να κρύψει την αγάπη του για τους Slowdive αυτού του κόσμου. Και γι’ αυτό δεν αναπαράγει την glitch μονοτονία των συνηθισμένων minimal tracks, αλλά τα εμπλουτίζει με διαφορετικές περίτεχνες προσεγγίσεις που στρογγυλεύουν τη μελωδία (κι εξασφαλίζουν το indie appeal). O Pantha Du Prince δεν παίρνει τα ρίσκα π.χ. της λατινοαμερικάνικης τρέλας του Villalobos, αδιαφορεί για τον αν θα χορευτεί (αν και το ‘Behind The Stars’ είναι ένα βαθύ killer) ο δίσκος. Αντιμετωπίζει το υλικό του με ευρωπαϊκό ορθολογισμό και ξέρει πολύ καλά που το πάει, συνδυάζοντας με μαθηματική ακρίβεια (αποφεύγοντας παράλληλα τη μανιέρα της ρετσέτας και της ποσόστωσης) το tech σκοτάδι και το ambient φως. Η μουσική του θα έπρεπε να λέγεται storytronica – είναι ένα ηλεκτρονικό παραμύθι που ξεκινά με την ατονία του ‘Lay In A Shimmer’ συνεχίζεται με το Burialικό έπος ’Abglanz’, προοικονομεί το καλοκαίρι στη σχεδόν happy house αναπάντεχη κατάληξη της συνεργασίας με τον Panda Bear των Animal Collective (‘Stick to My Side’), κάθεται στον βράχο των 4/4 του ‘Satellite Snipper’ και βγαίνει βόλτα στο δάσος των μελωμένων bleeps του ‘Bohemian Forest’. Αν σου άρεσε το ντεμπούτο του Nathan Fake ή εκείνο του Alex Smoke, μόλις βρήκες το επόμενο techno δωματίου σου για τα ‘10s.

pantha du prince feat. panda bear - stick to my side (lawrence version)


...to be continued...

τερεζος


2 σχόλια:

Homo Ludens είπε...

Νιώθω βαθειά συγκίνηση!

Homo Ludens είπε...

Πρέπει να κάνεις αναγωγή της κλίμακας βαθμολογίας σου και σε πεντάστερη, αλλά και σε κλίμακα Πίτσφορκ, για μας που δεν σπουδάσαμε έξω.